Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Σαν σώμα ο καθένας είναι μόνος, σαν ψυχή ποτέ.
Ερμαν Έσσε.


Προς το τέλος του καλοκαιριού του 2016  η τύχη με έφερε στον Πύργο της Τήνου, νύχτα βαθιά πέρασα το κατώφλι του σπιτιού που θα με φιλοξενούσε και αμέσως κατάλαβα ότι αυτό το ταξίδι, το σύντομο, ως αναψυχής είχε ξεκινήσει αλλά μόνο η ψυχή μου ήξερε που θα με πήγαινε, τώρα που ξεκίνησε.  
Η αίσθηση αυτή οφείλετο αποκλειστικά στο σπίτι που συνδύαζε όλη τη σοφία του ανθρώπινου είδους ανά τους αιώνες οικοδομημένη με φυσικά υλικά μόνο. Εκεί πέρασα 4 αλησμόνητες ημέρες και νύχτες,  με κορύφωση τα απογεύματα που ξεκινούσε ο ρυθμικός χορός του μαντρακά και εγώ εκστασιασμένη τον παρακολουθούσα. Ο κάτοικος του απέναντι σπιτιού, γλύπτης, περίμενε το απογευματινό φως για να  ξεκινήσει και  όταν κουραζόταν και σταματούσε, μου κακοφαινόταν. Αδημονούσα να συνεχίσει, να φέρει πάλι στα αυτιά μου αυτόν τον ρυθμό, που λές και τον τραβούσε από το κέντρο της γης και τον έβαζε στο αυτήκοο νου μου που διψούσε να γυρίσει όπως αυτός τον πρόσταζε. 
Πιο ανθρώπινη απο ποτέ και φυσικά με τις αλησμόνητες νύχτες να έχουν κάνει και αυτές τη δουλειά τους εμφανίστηκα την προτελευταία ημέρα στο σπίτι του γλύπτη, ακάλεστη, με παριανά μάνγκο στα χέρια. Μου συστήθηκε αμήχανος και περίεργος μαζί : "Είμαι ο Γιάννης Μανιατάκος, είμαι γλύπτης και ζωγράφος και είμαι 82 χρονών". Καθήσαμε στο κυρίως χώρο του παλιού σπιτιού του και  στην αρχή μας παρακολουθούσε μόνο η μαρμάρινη γυναίκα, ήταν απόγευμα και τον είχα διακόψει από την εργασία του. Μου φάνηκε ότι το μπούστο της στέναζε για τον μαντρακά του. Ανυπομονούσε κι αυτή να την τελειώσει. Μου έδειξε τους πίνακές του, αυτούς που έκανε στο βυθό, μου εξήγησε πώς κατάλαβε ότι μπορεί να ζωγραφίσει μέσα στο νερό της θάλασσας, έκανε παύσεις κοιτούσε τριγύρω του και όταν ήρθε και ο σύνοικός μου στην παρέα μας, μας έδειξε το υπόγειο, τα γλυπτά του, που το καθένα μας το σύστηνε με το  όνομα του μοντέλου.  Στο τέλος μας κέρασε παγωτό ξυλάκι και τον αποχαιρετήσαμε. Έπιασα τις χερούκλες του με τα δυό μου χέρια και τον ευχαρίστησα που μας δέχθηκε.  Την επόμενη ημέρα ή την μεθεπόμενη έφυγα από την Τήνο, γύρισα στην Αθήνα και στην πολύβουη ζωή της. Ο μαντρακάς όμως με είχε στοιχειώσει. Και  τα μάτια του γλύπτη. Γαλάζιο χρώμα, όμοιο με ανέφελου ουρανού έδινε στο βλέμμα του κάτι το απόκοσμο. Με κοιτούσε και αισθανόμουν ότι με θωρρούν  όλοι οι κόσμοι του σύμπαντος. 

Τα μάτια του τα είχα δει, άπαξ  εκείνο το απόγευμα μόνο. Όταν φλέβισε ο φλεβάρης, έκλεισαν τα μάτια του Μανιατάκου.  Η οικογένεια, οι μαθητές και οι φίλοι του μαζεύτηκαν στο Φλομοχώρι Μάνης, τη γενέτειρά του. Μια ήσυχη παρόρμηση με έκανε να θέλω να παραστώ σε αυτόν τον αποχαιρετισμό και να οδηγήσω μέχρι εκεί περνώντας μέσα από τη Λακωνική Μάνη. Τον βρήκα με τα μάτια κλειστά  και τα  χέρια σταυρωμένα. Το Φλομοχώρι με εντυπωσίασε, το στόλιζε μια πρώιμη Άνοιξη που είχε σκορπίσει χρώμα γύρω από το στενό και τραχύ δρόμο. Οι Πύργοι που έστεκαν στο μέσο του χωριού ταίριαζαν απόλυτα με το τοπίο και οι αμυγδαλιές  έγερναν από το βάρος των κλαδιών τους, τις είδα σαν μαζεμένες πυθίες  να χρησμοδοτούν την άνοιξη και τους οργασμούς της. 
Από την Εθνική στη Μωρέα οδό και μετά στο επαρχιακό δίκτυο είδα ξαφνικά τον Ταϋγετο μπροστά μου, με τις κορυφές του χιονισμένες να αστράφτουν στον ουρανό και ταρακουνήθηκα. Θυμήθηκα τον εαυτό μου στην Τήνο, ανίδεη για το τι μου φέρνει η ζωή και για το τι μου παίρνει,  θυμήθηκα και τα λόγια του Ανατόλ Φράνς "η ευθυμια είναι η αρχαιότερη μορφή θάρρους" και άφησα το δρόμο να με οδηγήσει χωρίς να έχω καμία απολύτως προσδοκία.  Το μόνο που ήθελα ήταν να βρώ ένα πρατήριο καυσίμων με λογική τιμή βενζίνης για τη φαγανίτσα μου. Και όταν το βρήκα, και είδα και το Φλομοχώρι και κατάλαβα ότι κατάφερα να φτάσω σε αυτό που μέχρι τότε νόμιζα για προορισμό μου αισθάνθηκα την παρόρμησή μου να αποσύρεται ήρεμη ανακοίνωνοντας την ικανοποίησή της. Αποχαίρετησα το δάσκαλο με την ελαφρότητα του ζωντανού ανθρώπου και με το γαλάζιο των ματιών του να ενώνεται με τον ορίζοντα της γενέτειράς του.  Στο βάθος η θάλασσα και ο ουρανός, ο  ήλιος γενναιόδωρος και τα αποδημητικά να σχηματίζουν την επιστροφή τους στον καμβά και οι άνθρωποι του νεκρού να τον φωνάζουν "δάσκαλε", "δάσκαλε"  την ώρα που εκείνος επέστρεφε στη μάνα του.
Όμως το ταξίδι μου δεν είχε τελειώσει. Ο δρόμος με προσκαλούσε και ο φόβος με προκαλούσε "που θα πας τώρα μόνη σου, είναι δύσκολος δρόμος". Πήγα και χωρίς να ξέρω τίποτα απολύτως, έφτασα στον Ταίναρο.  Το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Τί είναι ένα γεωγραφικό σημείο χωρίς τις ιστορίες των ανθρώπων που το κατοίκησαν έστω και για λίγο; Ποιός θάνατος και ποιός χάρος σταμάτησε το πέρασμα αυτών των ιστοριών από στόμα σε στόμα και απο ώτα σε αυτιά; Βρέθηκα στο ακρωτήρι με αφορμή ένα θάνατο, αγνοώντας παντελώς ότι πατούσα στα χαλάσματα της πόλης του Ταίναρου που την είχε πάρει ακόμα ένα παλιρροιακό κύμα της Μεσογείου. Χωρίς να κάνω καμία απολύτως προσπάθεια έπεσα πάνω στις ιστορίες του μέρους λίγες ημέρες μετά. Με βρήκαν μπόλικες. Εκεί είχε αφήσει ένα φιλόμουσο δελφίνι τον Αρίωνα, που τον είχε μαζέψει από τη θάλασσα θύμα των Κορινθίων που θέλησαν να του αρπάξουν τα πλούτη. Διάβασα την ιστορία του τυχαία μετά στον Ηρόδοτο και έτσι αντιλήφθηκα οι ιστορίες μας δεν είναι τίποτα άλλο από αντίστοιχα σημεία της ύπαρξης του ανθρώπινου είδους  που αναπαράγονται για να μη ξεχνάμε την ανθρώπινη μας φύση.  
Κι όμως όσο ήμουν εκεί, έστεκα μόνη στον κόσμο. Βρήκα μόνο αγελάδες, πολλές αγελάδες, που περπατούσαν στο δρόμο, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την παρουσία μου.  Έτσι έφυγα παίρνοντας τον ίδιο δρόμο αφήνοντας πίσω μου την διασταύρωση για το πόρτο κάγιο και με υποσημείωση ότι άφησα τον Φάρο με βαριά καρδιά γιατί η μέρα ήταν ακόμα μικρή.  
Προς το τέλος της επιστροφής, όταν πλέον πλησίαζα στην Αθήνα και τα διυλιστήρια της Ελευσίνας  έκαιγαν τον ουρανό  και τα πνευμόνια μου σκέφτηκα ότι εγώ τον Μανιατάκο δεν τον είχα δάσκαλο, κι όμως το ελάχιστο που γειτονεύσαμε έμαθε στο μυαλό μου να γυρνάει και σε άλλη τροχιά. Δεν πρόλαβα να τον ζήσω, να μάθω το χαρακτήρα του κι όμως στο ελάχιστο που μου μίλησε για το σώμα και το φως και τον άνθρωπο μου έδειξε πώς σκέφτεται χωρίς καμία έπαρση ή φόβο. Μέσα σε ένα απόγευμα μου μίλησε με τέτοιον τρόπο που η ψυχή μου αμέσως ανοίχτηκε και διένυσε μαζί του χρόνο που αγνοούσε πώς υπάρχει. Όταν έφτασα πίσω,  ήμουν ήσυχη που κατάφερα αυτό το ταξίδι και αναρωτιόμουν με εμμονή πώς γίνεται να μην έχω πάει ποτέ στον Ταϋγετο. Και με αφορμή αυτό το ποτέ με έπιασα να αναρωτιέμαι πόσο  και ποιό χρόνο διανύουμε εν ζωή;  Και μετά είδα το ρολόι του αυτοκινήτου, μου έλεγε ότι το ταξίδι μου είχε κρατήσει μόλις 14 ώρες.  Και αυτή τη φορά δεν το πίστεψα ότι μετρούσε το δικό μου χρόνο. Μάλλον το δικό του μετράει, χρόνια τώρα.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017



 Dementia road  - Το ταξίδι της αποδοχής 

Όταν πρωτοξεκίνησα το μπλοκάκι μου είχα στο νου μόνο τα εκούσια ταξίδια, εκείνα που αποφάσιζα εγώ ή που είχα την τύχη να βρίσκω μπροστά μου με πρόφαση πάντα τη δουλειά.  Καμιά φορά, όταν έγραφα, διάβαζα ή χτένιζα το κείμενο μου  αισθανόμουν μια μικρή σφήνα σε ένα σημείο απροσδιόριστο του μυαλού, μια μικρή υπενθύμιση που συνοψιζόταν στην εικόνα των ανθρώπων μέσα στις βάρκες απανταχού στη Mεσόγειο, ή σε κάποιες ιστορίες που άκουγα μικρή από παλιούς φίλους του πατέρα,που περπατούσαν το Πήλιο μέσα από τα μονοπάτια για να μην τους βρουν οι Γερμανοί. Η πραγματικότητα μου χτυπούσε το τζάμι της γυάλας μου, έτσι για να μη ξεχνιέμαι.  "Υπάρχουν ταξίδια που δεν τα διαλέξαμε, τα κάναμε γιατί έπρεπε, γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς, μια ακούσια μετάβαση σε έναν άλλο τόπο, ταξίδια που συνήθως δεν έχουν εισιτήριο επιστροφής".  

Πριν ακόμα χαθώ σε ορισμούς και διαχωρισμούς κατάλαβα ότι εγώ δεν είχα ποτέ αυτή την εμπειρία και δεν θα μπορούσα να γράψω τίποτα για αυτήν ακόμα. Είμαι όμως έτοιμη να γράψω για ένα άλλο ταξίδι, ίσως λίγο μεταφορικό  αλλά με όλα τα χαρακτηριστικά του ταξιδιού στον δρόμο που άνοιξε  η άνοια της μητέρας μου. 
Θυμάμαι την πρώτη νύχτα της γνωμάτευσης, η μητέρα μου κοιμόταν με τη βοήθεια της φαρμακολογίας στο δωμάτιο, φιλοξενούμενη στην Αθήνα. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς, ο χρόνος άλλαζε και εγώ πλάνταζα στο κλάμμα, χωρίς να έχω ιδέα τι θα επακολουθήσει. Έκλαιγα λες και η μητέρα μου είχε ήδη πεθάνει και μονολογούσα "πώς έγινε αυτό" αμέτρητες φορές σαν μάντρα που θα τα έκανε όλα όπως πριν.  Έτσι ξεκίνησε αυτός ο δρόμος, ο δικός μου γιατί για τη μητέρα μου πρέπει να είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν, να έχει χαθεί κάπου στο βάθος του χρόνου,  ένα αχαρτογράφητο σημείο μιας ζωής που πλέον ούτε  καν η ίδια η μητέρα μου δεν μπορούσε να κατανοήσει. 

Αυτός ο δρόμος έχει πολλές στροφές και το ταξίδι δεν έχει ποτέ καιρό σταθερό ή σταθερά αίθριο. Έχει πάρα πολλή μουσική και  πολλές αγκαλιές, που όμως όσο ο δρόμος προχωρά γίνονται όλο και πιο άψυχες, ακόμα και αν τα χέρια εκτελούσαν την εντολή  αυτή έρχεται όλο και πιο άνευρη από το  αντίστοιχο κέντρο.  Το κυριότερο όμως είναι ότι αυτός ο δρόμος δεν είναι ένας, είναι πολλαπλός,  άλλος για εκείνη, άλλος για εμένα. 

Δεν ξέρω πώς γίνεται και ταυτιζόμαστε κάποια στιγμή στη ζωή μας με το φόβο ότι θα γίνουμε σαν τους γονείς μας. Πρέπει να προηγείται μια κάποια κατάσταση όπου ως παιδιά αντιλαμβανόμαστε, ασυνείδητα όμως, ότι "κάτι δεν πάει καλά" αλλά παρόλα αυτά το ρουφάμε και αυτό όπως το γάλα της μάνας μας αρχικά και μετά το carnation  και ο,τιδήποτε σοκολατούχο. Με λαχτάρα.  Και όπως τρέχει το τοπίο και τρέχουμε και εμείς σε αυτό και αλλάζουν οι εποχές και οι ηλικίες και με όλα τα λάθη, όλη τη μαλακία που μας δέρνει, έχουμε μια γλύκα για  όλο αυτό γιατί  αυτό είμαστε εμείς, κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι για να αντιμετωπίσουμε την άμεση κατάσταση που έχουμε μπροστά μας πρέπει να ξεπεράσουμε αυτό το φόβο και να δούμε τους γονείς μας για αυτό που είναι.  Και τότε βλέπουμε και εμάς για αυτό που είμαστε. Και τα πράγματα και τους ανθρώπους γύρω μας για αυτό που είναι. Είναι μια μικρή επανάσταση αυτή, εσωστρεφής όμως και όπως κάθε επανάσταση έχει πολύ αίμα, απώλειες, νύχτες αξημέρωτες στη σκοπιά και πολλές ανακατατάξεις. Και έχει και λάβαρο.

Η άνοια  της μητέρας μου με βρήκε με το λάβαρο στα χέρια. Και τώρα μετά από δύο χρόνια με τα χέρια άδεια η μητέρα μου με τη διαλεκτική του παραδείγματος μου μαθαίνει ότι το πιο κοπιαστικό πράγμα στη ζωή μου είναι να αποδεχθώ αυτό που την παίρνει μακριά μου ενώ είναι ακόμα ζωντανή. Έχω ζήσει ζωντανό χωρισμό και ξέρω την πίκρα του αλλά αυτό το βίωμα ειναι ξυράφι από τα λίγα. Κι όμως όλα μέσα μου και όλοι έξω μου μου λένε ότι πρέπει να το αποδεχθώ. Πρέπει να μπώ στο τρένο και να σταματήσω να τρέχω πριν από αυτό για να μην με προλάβει.

Οι δύσκολες ημέρες της αρρώστειας δεν είναι όταν η μητέρα μου είναι σε σύγχυση και δεν αναγνωρίζει, δεν θυμάται,  παραδέρνει σε παραισθήσεις  και κλαίει, αρνείται να φάει. Οι δύσκολες ημέρες της αρρώστειας είναι οι φωτεινές που ξημερώνουν και το μυαλό επανέρχεται και η μητέρα μου καταλαβαίνει την αρρώστεια και βλέπει  τον εαυτό της για αυτό που είναι. Στα δύσκολα πράγματα είμαστε μόνοι μας στη ζωή αλλά πόσο θα ήθελα, αυτό το πλάσμα που το έχω φωνάξει στη ζωή μου περισσότερες φόρες και από τις εκατομμύρια τρίχες που έχω στο κεφάλι μου, πόσο θα ήθελα να μπορούσα να το βοηθήσω. Και τελικά το εισητήριο στο ταξίδι της αποδοχής είναι αυτό, να δεχτώ, να καταλάβω, να είμαι εντάξει με το ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τίποτα απολύτως για να βοηθήσω. Και η αλήθεια είναι ότι εγώ αυτό το εισιτήριο δεν το έχω πάρει ακόμα.


Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

" Certain places seem to exist mainly because someone has written about them " Joan Didion

(παρένθεση στον απόηχο της Ρώμης) 

Ένας συνδυασμός συμπτώσεων, πληροφοριών βιολογικού χαρακτήρα  και γεγονότων έκαναν το νησί της Κέρκυρας να έχει ιδιαίτερη θέση στη δική μου ζωή που συνοψίζεται στον κωδικό  "Corfuλα". 
Η Corfuλα είναι ο δικός μου τόπος. Έχει τη μυρωδιά του νησιού και την ελευθερία που σου εμπνέει το μέρος σε ανύποπτα σημεία, όπως π.χ. στο αεροδρόμιο. Λατρεύω την αίσθηση όταν κατεβαίνω τη στενή σκάλα του de Havilland DHC 8 - 400 και ξέρω ότι δεν με περιμένει κανένα λεωφορείο ή φυσούνα απλά θα χρειαστεί να περπατήσω μέχρι το κτίριο του αεροδρομίου. Κάθε φορά που πηγαίνω (και δεν βρέχει) στέκομαι στη μέση της διαδρομής να κάνω μια περισκόπηση στο φως του νησιού, έχοντας καταλάβει πια ότι δεν καταλαβαίνω πάντα γιατί κάνω αυτό που κάνω αλλά έχω πλέον εμπιστοσύνη σε αυτή τη σταθερή φωνή μέσα μου που μου ζητάει να το κάνω κάθε φορά.  Και όταν τελικά περπατήσω και φτάσω στη Corfuλα με προϋπαντεί πάντα το χαμόγελο της Σοφίας. Μα για αυτό θα μιλήσω άλλη φορά. 
 Ταξίδι το ταξιδι έγινε δικός μου τόπος η Corfuλα . Και αυτή η επανάληψη δεν μπορεί να μειώσει το θαυμασμό με τον οποίο  αντικρύζω σε κάθε ταξίδι την contrafossa, τη θαλάσσια τάφρο να κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακή τη Cortina, το συνδετικό τοίχο του Παλιού φρουρίου, που το σήκωσε αρχιτέκτονας εξπέρ στα αμυντικά αναχώματα, γνήσιο τέκνο της Αναγέννησης,  ο Sanmicheli.  Και στο βάθος ο Βίδος, το νησάκι με την στενάχωρη ιστορία και πιο πέρα λίγο οι αλβανικές ακτές, λίγο οι ηπειρώτικες και ανάμεσα  η θάλασσα με τη γυαλάδα του θόλου να ζαρώνει από λογής λογής πλεούμενα.
Κι όσο το αυτοκίνητο της Σοφίας κινείται, τρέχει μαζί του και το βλέμμα μου. Μέχρι να πάρει μια ιδέα από το μεγαλείο του Λιστόν, έχουμε περάσει την Πύλη της Σπηλιάς και στρίβουμε στα Μουράγια, εκεί που κάθε άνοιξη τα χελιδόνια και οι γλάροι φέρνουν μπροστά στα μάτια μου αμόλευτη την έννοια της επιβίωσης. Γρήγορα, θα περάσουμε από τον ίσκιο που αφήνει το νέο φρούριο στο δρόμο και μέσα μου θα έχουν ανακατευτεί όλα αυτά τα σημάδια από το πέρασμά των Βυζαντινών, των Ανδηγαυών, των Βενετών, των Γάλλων,  των  Άγγλων για να έρθουν στο τέλος  οι Νεοέλληνες. Για τους τελευταίους όμως θα μιλήσω άλλη φορά...
Αυτή τη φορά, έκανα το ταξίδι με την καρδιά βαριά. Ο καλός μου φίλος και καπετάνιος Κώστας Γουζέλης ήταν πλέον στον ουρανό αντί στις θάλασσες, και εγώ με συντροφιά  μόνο κάτι σκόρπιες θύμησες από τις τελευταίες μας συναντήσεις μπήκα στα καντούνια της παλιάς πόλης να τριγυρίσω λίγο τη θλίψη μου να τη ζαλίσω τάχα.

Με την ηχώ της φωνής του που με πείραζε γελώντας ότι έγινα κερκυραία (δηλαδή την άφησα την Πάρο) και με τους ήχους των παιδιών που έπαιζαν αμέριμνα στον απροσδόκητο ήλιο της ημέρας περπάτησα ήσυχα και αργά μήπως και βρω κάποιο σημάδι του φίλου μου πασίγνωστου για τις πλάκες του και τα χωρατά του  ή έστω του Θεού, του αγνώστου πάντα εξίσου γνωστού για τις παντός είδους φάρσες του. Ένα νεύμα έψαχνα που θα ηρεμούσε αυτή τη μοναξιά που αφήνει ο θάνατος ενός δικού μας ανθρώπου και αλυχτά μέσα μας σαν σκυλί ή σαν λύκος.  Βρήκα μόνο αυτό ...

... και ευθύς αισθάνθηκα τεράστια ευγνωμοσύνη για τη δική μου Corfuλα.  Η Corfuλα μου έμαθε ότι  κάθε τόπος στη ζωή μου γίνεται σημείο στο δικό μου χάρτη όταν μέσα από τη δική του εξερεύνηση λύνω τα αινίγματα της ζωής μου. Και σε αυτό το ταξίδι, ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά  ούτε η στολισμένη πόλη ούτε οι φωτισμένες της εκκλησιές δεν με βοήθησαν να  ακουμπήσω κάπου το παράπονο για την πρόωρη απώλεια του φίλου μου. Μόνο αυτά τα απλωμένα ρούχα του εργαζόμενου Άη Βασίλη  χώρεσαν τα ερωτηματικά μου, ίσως γιατί συμβόλιζαν ένα εξίσου μεγάλο ερωτηματικό. Όταν είμαστε παιδιά αναρωτιόμαστε αν υπάρχει ο Άη Βασίλης, όταν μεγαλώνουμε λίγο αναρωτιόμαστε τι είναι ο θάνατος, δημιουργώντας ασυναίσθητα μια αόρατη ευθεία αποριών.  




Είμαι αδύναμος χαρακτήρας και όταν λύνω τις απορίες μου αμφισβητώ κυρίως τον εαυτό μου. Για αυτό το μόνο γενναίο στη συμπεριφορά μου είναι η ποσότητα του φαγητού και του κρασιού που με συνοδεύουν σε αυτές τις περιστάσεις.  Στη Corfuλα μου εκτός από τη Σοφία, δύο είναι οι αγαπημένοι μου μαγείροι. Ο Σπύρος στον Άγιο Μάρκο και η Μαρίνα στην εβραϊκή συνοικία στην πόλη της Κέρκυρας. 
Αυτή τη φορά ο κλήρος έπεσε στη Μαρίνα. Το κακοτρύγι, ποικιλλία αμπέλου που αναφέρεται σε φράγκικο διάταγμα του 1476 παρακαλώ, ενός Δεσπότη στη Ζάκυνθο, συνοδεύει με το πλέον άξιο τρόπο τα μαγειρευτά της Μαρίνας, ενώ από το YouTube η playlist του μαγαζιού είναι αντίστοιχη της ποικιλλίας των μπαχαρικών που βάζει στο σοφρίτο της. 
Ναι, η Corfuλα μου δεν έχει καμία σχέση με την τουριστική Κέρκυρα που αγκομαχά από τις ορδές των ασεβών με την αναψοκοκκινισμένη σάρκα που χύνονται μιλούνια στο νησί. Είναι καθόλα υπαρκτή και δεν κρύβεται, μόνο που τα καντούνια γίνονται λαβύρινθος για τους αδαείς και δεν είναι εύκολος ο προσανατολισμός. 





 Τότε ο μόνος αρωγός είναι η φωνή που όλοι έχουμε μέσα μας και που πάντα, όσο και ψυθιριστά και αν το πεί μας δείχνει το δρόμο.