Dementia road - Το ταξίδι της αποδοχής
Όταν πρωτοξεκίνησα το μπλοκάκι μου είχα στο νου μόνο τα εκούσια ταξίδια, εκείνα που αποφάσιζα εγώ ή που είχα την τύχη να βρίσκω μπροστά μου με πρόφαση πάντα τη δουλειά. Καμιά φορά, όταν έγραφα, διάβαζα ή χτένιζα το κείμενο μου αισθανόμουν μια μικρή σφήνα σε ένα σημείο απροσδιόριστο του μυαλού, μια μικρή υπενθύμιση που συνοψιζόταν στην εικόνα των ανθρώπων μέσα στις βάρκες απανταχού στη Mεσόγειο, ή σε κάποιες ιστορίες που άκουγα μικρή από παλιούς φίλους του πατέρα,που περπατούσαν το Πήλιο μέσα από τα μονοπάτια για να μην τους βρουν οι Γερμανοί. Η πραγματικότητα μου χτυπούσε το τζάμι της γυάλας μου, έτσι για να μη ξεχνιέμαι. "Υπάρχουν ταξίδια που δεν τα διαλέξαμε, τα κάναμε γιατί έπρεπε, γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς, μια ακούσια μετάβαση σε έναν άλλο τόπο, ταξίδια που συνήθως δεν έχουν εισιτήριο επιστροφής".
Πριν ακόμα χαθώ σε ορισμούς και διαχωρισμούς κατάλαβα ότι εγώ δεν είχα ποτέ αυτή την εμπειρία και δεν θα μπορούσα να γράψω τίποτα για αυτήν ακόμα. Είμαι όμως έτοιμη να γράψω για ένα άλλο ταξίδι, ίσως λίγο μεταφορικό αλλά με όλα τα χαρακτηριστικά του ταξιδιού στον δρόμο που άνοιξε η άνοια της μητέρας μου.
Θυμάμαι την πρώτη νύχτα της γνωμάτευσης, η μητέρα μου κοιμόταν με τη βοήθεια της φαρμακολογίας στο δωμάτιο, φιλοξενούμενη στην Αθήνα. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς, ο χρόνος άλλαζε και εγώ πλάνταζα στο κλάμμα, χωρίς να έχω ιδέα τι θα επακολουθήσει. Έκλαιγα λες και η μητέρα μου είχε ήδη πεθάνει και μονολογούσα "πώς έγινε αυτό" αμέτρητες φορές σαν μάντρα που θα τα έκανε όλα όπως πριν. Έτσι ξεκίνησε αυτός ο δρόμος, ο δικός μου γιατί για τη μητέρα μου πρέπει να είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν, να έχει χαθεί κάπου στο βάθος του χρόνου, ένα αχαρτογράφητο σημείο μιας ζωής που πλέον ούτε καν η ίδια η μητέρα μου δεν μπορούσε να κατανοήσει.
Αυτός ο δρόμος έχει πολλές στροφές και το ταξίδι δεν έχει ποτέ καιρό σταθερό ή σταθερά αίθριο. Έχει πάρα πολλή μουσική και πολλές αγκαλιές, που όμως όσο ο δρόμος προχωρά γίνονται όλο και πιο άψυχες, ακόμα και αν τα χέρια εκτελούσαν την εντολή αυτή έρχεται όλο και πιο άνευρη από το αντίστοιχο κέντρο. Το κυριότερο όμως είναι ότι αυτός ο δρόμος δεν είναι ένας, είναι πολλαπλός, άλλος για εκείνη, άλλος για εμένα.
Δεν ξέρω πώς γίνεται και ταυτιζόμαστε κάποια στιγμή στη ζωή μας με το φόβο ότι θα γίνουμε σαν τους γονείς μας. Πρέπει να προηγείται μια κάποια κατάσταση όπου ως παιδιά αντιλαμβανόμαστε, ασυνείδητα όμως, ότι "κάτι δεν πάει καλά" αλλά παρόλα αυτά το ρουφάμε και αυτό όπως το γάλα της μάνας μας αρχικά και μετά το carnation και ο,τιδήποτε σοκολατούχο. Με λαχτάρα. Και όπως τρέχει το τοπίο και τρέχουμε και εμείς σε αυτό και αλλάζουν οι εποχές και οι ηλικίες και με όλα τα λάθη, όλη τη μαλακία που μας δέρνει, έχουμε μια γλύκα για όλο αυτό γιατί αυτό είμαστε εμείς, κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι για να αντιμετωπίσουμε την άμεση κατάσταση που έχουμε μπροστά μας πρέπει να ξεπεράσουμε αυτό το φόβο και να δούμε τους γονείς μας για αυτό που είναι. Και τότε βλέπουμε και εμάς για αυτό που είμαστε. Και τα πράγματα και τους ανθρώπους γύρω μας για αυτό που είναι. Είναι μια μικρή επανάσταση αυτή, εσωστρεφής όμως και όπως κάθε επανάσταση έχει πολύ αίμα, απώλειες, νύχτες αξημέρωτες στη σκοπιά και πολλές ανακατατάξεις. Και έχει και λάβαρο.
Η άνοια της μητέρας μου με βρήκε με το λάβαρο στα χέρια. Και τώρα μετά από δύο χρόνια με τα χέρια άδεια η μητέρα μου με τη διαλεκτική του παραδείγματος μου μαθαίνει ότι το πιο κοπιαστικό πράγμα στη ζωή μου είναι να αποδεχθώ αυτό που την παίρνει μακριά μου ενώ είναι ακόμα ζωντανή. Έχω ζήσει ζωντανό χωρισμό και ξέρω την πίκρα του αλλά αυτό το βίωμα ειναι ξυράφι από τα λίγα. Κι όμως όλα μέσα μου και όλοι έξω μου μου λένε ότι πρέπει να το αποδεχθώ. Πρέπει να μπώ στο τρένο και να σταματήσω να τρέχω πριν από αυτό για να μην με προλάβει.
Οι δύσκολες ημέρες της αρρώστειας δεν είναι όταν η μητέρα μου είναι σε σύγχυση και δεν αναγνωρίζει, δεν θυμάται, παραδέρνει σε παραισθήσεις και κλαίει, αρνείται να φάει. Οι δύσκολες ημέρες της αρρώστειας είναι οι φωτεινές που ξημερώνουν και το μυαλό επανέρχεται και η μητέρα μου καταλαβαίνει την αρρώστεια και βλέπει τον εαυτό της για αυτό που είναι. Στα δύσκολα πράγματα είμαστε μόνοι μας στη ζωή αλλά πόσο θα ήθελα, αυτό το πλάσμα που το έχω φωνάξει στη ζωή μου περισσότερες φόρες και από τις εκατομμύρια τρίχες που έχω στο κεφάλι μου, πόσο θα ήθελα να μπορούσα να το βοηθήσω. Και τελικά το εισητήριο στο ταξίδι της αποδοχής είναι αυτό, να δεχτώ, να καταλάβω, να είμαι εντάξει με το ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τίποτα απολύτως για να βοηθήσω. Και η αλήθεια είναι ότι εγώ αυτό το εισιτήριο δεν το έχω πάρει ακόμα.
Η άνοια της μητέρας μου με βρήκε με το λάβαρο στα χέρια. Και τώρα μετά από δύο χρόνια με τα χέρια άδεια η μητέρα μου με τη διαλεκτική του παραδείγματος μου μαθαίνει ότι το πιο κοπιαστικό πράγμα στη ζωή μου είναι να αποδεχθώ αυτό που την παίρνει μακριά μου ενώ είναι ακόμα ζωντανή. Έχω ζήσει ζωντανό χωρισμό και ξέρω την πίκρα του αλλά αυτό το βίωμα ειναι ξυράφι από τα λίγα. Κι όμως όλα μέσα μου και όλοι έξω μου μου λένε ότι πρέπει να το αποδεχθώ. Πρέπει να μπώ στο τρένο και να σταματήσω να τρέχω πριν από αυτό για να μην με προλάβει.
Οι δύσκολες ημέρες της αρρώστειας δεν είναι όταν η μητέρα μου είναι σε σύγχυση και δεν αναγνωρίζει, δεν θυμάται, παραδέρνει σε παραισθήσεις και κλαίει, αρνείται να φάει. Οι δύσκολες ημέρες της αρρώστειας είναι οι φωτεινές που ξημερώνουν και το μυαλό επανέρχεται και η μητέρα μου καταλαβαίνει την αρρώστεια και βλέπει τον εαυτό της για αυτό που είναι. Στα δύσκολα πράγματα είμαστε μόνοι μας στη ζωή αλλά πόσο θα ήθελα, αυτό το πλάσμα που το έχω φωνάξει στη ζωή μου περισσότερες φόρες και από τις εκατομμύρια τρίχες που έχω στο κεφάλι μου, πόσο θα ήθελα να μπορούσα να το βοηθήσω. Και τελικά το εισητήριο στο ταξίδι της αποδοχής είναι αυτό, να δεχτώ, να καταλάβω, να είμαι εντάξει με το ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τίποτα απολύτως για να βοηθήσω. Και η αλήθεια είναι ότι εγώ αυτό το εισιτήριο δεν το έχω πάρει ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου